Ετικέτες » Ovi Greece

Ο γιος του Χάρι και οι ταύροι

Καλοκαιριάζει κι όταν διαθέτεις μια αξιοπρεπή βεράντα που σου επιτρέπει τέλος πάντων να αράξεις και να περάσεις τη βραδιά σου, δύσκολα μαζεύεσαι να δεις ταινία. Ακόμα πιο δύσκολα – αν τελικά μαζευτείς, είναι το να δεις κάτι σκοτεινό, ατμοσφαιρικό, ζόρικο, θρίλερ κλπ.

Ovi

Δώσαμε...!

Τώρα ξέρω ότι θα δυσσαρεστήσω αρκετούς, όμως ο Simmons είναι ένας συγγραφέας που αντιπαθώ. Για μένα ο Dan Simmons δεν είναι τίποτα περισσότερο από έναν Dan Brown – τύπου παίρνω κάτι που συνέβη στ’ αλήθεια (ή έναν μύθο) και με το θράσος του συγγραφέα γράφω ό,τι θέλω γι αυτό. 23 επιπλέον λέξεις

Ovi

Νεκρός σαν κι εμένα (Dead Like Me)

Μερικές φορές βλέπεις μια ταινία και δεν σου αρέσει και την ξαναβλέπεις μετά από λίγα χρόνια, την ίδια ακριβώς ταινία, και την λατρεύεις. Αντίστοιχα υπάρχουν σειρές που είδες το πρώτο επεισόδιο και αναρωτήθηκες γιατί κάποιοι γυρίζουν κάτι τέτοιο και μετά από λίγα χρόνια βλέπεις ολόκληρη τη σειρά το ένα επεισόδιο μετά το άλλο και παραπονιέσαι γιατί την κόψανε τόσο νωρίς.

Ovi

Κάτι παράξενα πράγματα: Stranger Things

Ο Βασιλιάς κάποτε έγραψε (νομίζω στο The Body aka Stand by Me, ή μήπως στο Αυτό;) «Δεν θα ξανακάνεις φίλους σαν αυτούς που είχες στα 12». 22 επιπλέον λέξεις

Ovi

Το τελευταίο πλοίο αλά ελληνικά: The Last Ship (season 4)

Για το Last Ship σας έχω γράψει παλιότερα (ΕΔΩ) και τη θεωρώ μια από τις πάρα πολύ καλές σειρές που έχω δει. Οκ, εντελώς αμερικανιά, αυτό είναι αλήθεια. Όμως έχει εντυπωσιακά πλάνα, συμπαθέστατους πρωταγωνιστές, ωραίο μπακστόρι και ασταμάτητη δράση. Κοινώς είναι μια σειρά με όλα τα προσόντα να πάρει το δρόμο των απανωτών σεζόν χωρίς να χάσει. Μεγάλος ο ενθουσιασμός μου όταν περίμενα να ολοκληρωθεί ο 4ος κύκλος για να τη δω.

Ο ιός μεταλλάσσεται μολύνοντας τα φυτά, ο κόσμος πεινάει, κάποιος κάπου έχει βρει τους μοναδικούς σπόρους ενός άνοσου φυτού (εμένα  μου μοιάζει για μοσχοκάρυδο αλλά κούκου), ένας τρελός επιστήμονας που θέλει να ελέγχει τον κόσμο, ο «νόστος», το φθηνό ναρκωτικό που σε τραβάει στη λήθη, ελληνικά νησιά, ελληνικές θάλασσες, ήλιος, ελιές, μπόλικη Ελλάδα.

Καλό ακούγεται.

Αλλά συγκρίνοντάς το με τις πρώτες 3 σεζόν, αυτή τη λες και ψιλομάπα.

Χωρίς να σας τη σπάσω με σπόιλερ, θα πω ότι αρχικά τα ελληνικά των ελληνοαμερικάνων ηθοποιών που υποδύονται τους Έλληνες είναι για το πέος και θα έπρεπε να υπάρχουν λιγότεροι διάλογοι στα ελληνικά για λόγους αισθητικής και μόνο. Όταν είναι λίγο, είναι χαριτωμένο, όταν είναι πολύ και μάλιστα με ατάκες κλισέ, είναι γελοίο. Όχι ότι φταίει η τραγουδιστή προφορά των φίλτατων ελληνοαμερικανών. Φταίει το ότι μιλάμε για σειρά δράσης με μεγάλη ένταση, συναισθηματική φόρτιση, και το μπινελίκι καλό είναι να το ρίχνεις στη γλώσσα σου αλλιώς …ακούγεται απλά αστείο. Αυτό.

Και όχι, οι έλληνες δεν περπατάνε και φωνάζουν όπα κάθε ενάμιση λεπτό. Έλεος κάπου με τα φθηνά στερεότυπα.

Οκ, ξέρουμε ότι έχουμε να κάνουμε με μια αμερικανιά, αλλά εδώ το ψιλοτερματίσατε ρε παίδες, το ελληνικό ναυτικό (που είναι τυπικά ο εχθρός) αποτελείται από βλαμμένους, ο Βασιλόπουλος που γενικά είναι ένας πολύ καλός ηθοποιός (από αυτούς που ακόμα περιμένουμε να τον δούμε στον ρόλο που θα τον αναδείξει γιατί ως τώρα δεν) έχει επίσης έναν ρόλο χαζού και άβουλου (και τελικά μανιακού κομπλεξάρα που δεν δίνει σημασία κανείς), οκ US NAVY φορέβα αλλά και ο υπόλοιπος πλανήτης δε μαστίζεται από μαλάκες, κατουρήστε και λίγο.

Εκεί που αναπτύσσεται λιγάκι το στόρι με το ναρκωτικό νόστος, η πείνα των ανθρώπων, έχει αρκετό ενδιαφέρον, θα έλεγες ότι θα ήταν καλά να στεκόταν λιγάκι περισσότερο με ένα δυο επεισόδια, αλλά το προσπέρασε πολύ ρηχά. Κι όσο πλησίαζε προς το τέλος βασικά δεν πολυκαταλάβαινες γιατί τα πράγματα έγιναν έτσι κι όχι αλλιώς – γιατί μια χαρά θα μπορούσαν να γίνουν και αλλιώς, πίεζε ο χρόνος, τίγκαρε στο κλισέ και στη βλακεία, οπότε χάρηκα που τέλειωσε αν και κρίμα γιατί πραγματικά μου αρέσει στο σύνολό του για σήριαλ.

Αυτά. Τι να σας πω, αν υπάρξει επόμενος κύκλος ελπίζω να συνέλθουν, αν όχι, τελείωσε πολύ απογοητευτικά.

Για τον 4ο κύκλο, 2,5/5.

Και για το τρέιλερ, ΕΔΩ!

Κατερίνα Χαρίση

Ovi

Εγώ, η (άτυχη) Τόνια

Δε χρειαζόταν κάποιος να ήταν φαν του καλλιτεχνικού πατινάζ στη δεκαετία του ’90 για να ξέρει την ιστορία – τουλάχιστον επιφανειακά: Η για πολλούς ατάλαντη, άχαρη, παχουλή, κοντή, βλάχα Τόνια Χάρντιγκ, συνδυάζει δια παντός το όνομά της με το βρώμικο ανταγωνισμό. Όταν η Νάνσι Κέρριγκαν δέχεται επίθεση με λοστό (ή μπαστούνι του μπέιζμπολ λένε άλλοι) στο γόνατο προκειμένου να βγει από τη μέση, η Τόνια δηλώνει ένοχη.

Η ιστορία της Τόνια είναι από αυτές που αποδεικνύουν ότι η ζωή ξεπερνάει πολλές φορές την πιο αχαλίνωτη φαντασία.

Από πολύ μικρή κακοποιήθηκε, τσακίστηκε, χλευάστηκε. Έρμαιο της βασανιστικής αγάπης της μητέρας της, η Τόνια μεγαλώνει πιστεύοντας ότι αγάπη είναι να σε χτυπούν, αγάπη είναι να σε βρίζουν, αγάπη είναι να σε προσβάλλουν, αγάπη είναι πάντα να φταις.

Κι εκείνη αρνούνταν να τα παρατήσει.

Στερήθηκε τη μόρφωση από τις αρρωστημένες φιλοδοξίες της μητέρας της. Κατέφυγε στον πιο λάθος άνθρωπο ψάχνοντας την αγάπη. Στη ζωή της μοιάζει σαν κανείς να μην ενδιαφέρεται για κείνη.

Πολλά από όσα της συνέβησαν της άξιζαν. Αλλά… της άξιζαν, στ’ αλήθεια; Μήπως δεν ήταν φυσικά επακόλουθα της αδικίας της ζωής της;

Η Τόνια κέρδισε τον πρώτο της διαγωνισμό σε ηλικία μικρότερη των 5 ετών. Προφανώς και από τότε τράβηξε τα βλέμματα. Η πορεία της όμως, δείχνει πως τα χρόνια που ακολούθησαν (και ήταν πολλά) κανείς δεν υπήρξε άξιος να τη βοηθήσει. Πού ήταν οι δάσκαλοι, πού ήταν οι γείτονες, πού ήταν οι προπονητές;

Στη σκηνή όπου η Τόνια ζητά εξηγήσεις για τη βαθμολογία που ποτέ δεν καταφέρνει να πάρει από έναν κριτή, εκείνος σε μία πρόταση μόνο συνοψίζει το πρόβλημα της αμερικανικής κοινωνίας: «Είσαι ό,τι θέλουμε να αποκρύψουμε. Θέλουμε να προβάλλουμε την ηθική αμερικανική οικογένεια, κι εσύ…»

Ε, λοιπόν, εσύ τι; Ποια ηθική προβάλλεται όταν ένα παιδί κακοποιείται ψυχολογικά και σωματικά συστηματικά μέσα στο σπίτι του κι εκτός, και κανείς δε διατίθεται να το βοηθήσει;

Μπορεί ποτέ της να μην υπήρξε το βολικά καλό παιδί, αλλά να το να μεγαλώνει ένα παιδί με αυτόν τον τρόπο και να δείχνει τόση πειθαρχία σε αυτό που αγαπά, είναι πραγματικός άθλος.

Πόσο κρίμα όταν οι τρεις και μισή περιστροφές – κάτι που μόνο η Τόνια είχε καταφέρει στον κόσμο, να θάβονται για χάρη …της χάρης που δεν είχε.

Αλήθεια, πόσο άδικη υπήρξε η ζωή απέναντι στην Τόνια. Πόσο διαφορετική ίσως να ήταν η πορεία της αν είχε γεννηθεί αλλού, αλλιώς, από άλλους γονείς, σε άλλη γειτονιά, με άλλες ευκαιρίες. Αν είχε από την αρχή αυτό που δικαιούται κάθε άνθρωπος: Αγάπη, εκτίμηση, σεβασμό. Πόσα θαύματα θα είχε κάνει.

Η Τόνια ράβει μόνη τις στολές της εμφάνισής της. Είναι τραγικές. Είναι κιτς. Μοιάζει με κλόουν. Κι αυτό τελικά υπερβαίνει το ταλέντο της, το μόνο που ξέρει να κάνει καλά, το μόνο για το οποίο γεννήθηκε να κάνει σωστά: Το πατινάζ. Αλλά ακόμα κι αυτό, στο τέλος το στερείται βίαια, για να καταλήξει να αγωνίζεται σε γελοίους αγώνες γυναικείας πάλης, αποτυχαίνοντας στα πάντα, μέχρι να εξαφανιστεί.

Η κοινωνία του Όρεγκον ήταν τόσο περήφανη για τη δική τους Τόνια, έγραφε σε κάποιο άρθρο. Τόσο περήφανη όσο περήφανοι γίνονται όλοι στις επιτυχίες, τόσο σκληροί στα δύσκολα. Γελοίο. Αναγκάζεται να φύγει. Αναγκάζεται να αλλάξει όνομα.

Η ερμηνεία της μητέρας της είναι συγκλονιστική. Το ίδιο και της ίδιας της Τόνια. Προσωπικά μόνο συμπάθεια και λύπη μου προκάλεσε για το άτομό της η ταινία.  Τα στοιχεία μαύρης κωμωδίας – σε σημείο που λες ότι ρε παιδί μου κάποιος την έφτυσε αυτή την κοπέλα απ’ όταν γεννήθηκε, η ζωή η ίδια μοιάζει να την τρολάρει, δίνουν επιπλέον πόντους συμπάθειας.

Οπωσδήποτε δε ρίχνει φως στην υπόθεση της επίθεσης εναντίον της Κέρριγκαν. Είναι καθαρά τα γεγονότα από την πλευρά της Τόνια. Αυτό όμως δεν την κάνει λιγότερο καλή ταινία, κι ίσως επιτέλους να πρέπει να την αφήσουν ήσυχη πια.

Για το τρέιλερ, ΕΔΩ!

Κατερίνα Χαρίση

Ovi

Τζάσπερ Τζόουνς: Τα Κοτσύφια της Αυστραλίας

Ο Τζάσπερ Τζόουνς ένα βράδυ εμφανίζεται στο παράθυρο του Τσάρλι, ζητώντας του βοήθεια. Ο Τσάρλι προς στιγμήν, πιο πολύ φοβάται, παρά απορεί: Ο Τζάσπερ Τζόουνς δεν του έχει ξαναμιλήσει· ποτέ.

Θα τον ακολουθήσει, βγαίνοντας κρυφά από το δωμάτιό του μες τη νύχτα, ως το δάσος. Κι εκεί ο Τζάσπερ Τζόουνς θα του δείξει μια δολοφονημένη κοπέλα, κρεμασμένη από ένα δέντρο.

Φυσικά δεν το έχει κάνει εκείνος. Αλλά ο Τζάσπερ Τζόουνς είναι μιγάς. Και για ό,τι συμβαίνει στη μικρή κι απομονωμένη πόλη που ζούνε, πρέπει πάντα να την πληρώνει αυτός. Όταν τα παιδιά κάνουν μια ζημιά, οι μανάδες τους ρωτάνε «Πάλι με τον Τζάσπερ Τζόουνς ήσουν;» Που δεν ήταν. Αλλά θα πούνε ναι. Γιατί αμέσως ξεφορτώνονται την ευθύνη και τη φορτώνεται ο Τζάσπερ Τζόουνς.

Και η Λόρα κρέμεται από το δικό του σκοινί. Στη δική του γη. Έτσι ο Τσάρλι θα τον βοηθήσει να την κρύψουν, γιατί ο Τζάσπερ Τζόουνς είναι αθώος, όμως κανείς δεν θα τον πιστέψει.

Αλλά η ταινία δεν έχει να κάνει με τον Τζάσπερ Τζόουνς. Θα μπορούσε να έχει δεκάδες άλλους τίτλους.  Έχει να κάνει με τη ζωή στην απομόνωση της επαρχίας, σε μια δεκαετία με τόση ομορφιά, τόση ελευθερία, αλλά και τόσες αλυσίδες στο μυαλό, με όσα αυτό συνεπάγεται. Όχι ότι σήμερα έχουν αλλάξει και πολλά σχετικά με τα μυαλά.

Ο Τσάρλι είναι ένα αξιολάτρευτο παιδί με υπέροχους γονείς. Έχει μια μαμά δυναμική κι εκρηκτική και τόσο νέα, έναν πατέρα ήρεμο και πράο και σταθερό, και οι τρεις τους μοιάζουν σαν τον βράχο που τον χτυπάει το κύμα, ενώ πάνω του πλέει ένα παιδί σε μια βάρκα.

Μεγαλώνει όμορφα, υπερβολικά γρήγορα για τη μαμά του που πνίγεται σε κείνη τη στείρα πόλη. Εκείνη πανικοβάλλεται γιατί ο Τσάρλι μεγαλώνει κι είναι τόσο έξυπνος και τόσο καλός που θα θελήσει να φύγει. Κι εκείνη δε θα έχει τίποτα πια.

Ο Τσάρλι ερωτεύεται αδέξια την Ελάιζα, όμως πρέπει να κρατήσει και το τρομερό μυστικό: Η αδερφή της είναι νεκρή, όταν όλοι νομίζουν ότι το  ‘σκασε. Και μάλλον ξέρει και ποιος είναι ο δολοφόνος της. Ο Τρελο-Τζακ, που δεν έχει βγει από το σπίτι του εδώ και χρόνια, όταν σκότωσε κάποτε μια γυναίκα με ένα τσεκούρι. Ή την κρέμασε στο σφαγείο. Ή έτσι λένε τέλος πάντων στην πόλη.

Υπάρχει κι ένας κολλητός φίλος, ξένος κι αυτός, Ασιάτης, που αγαπά το κρίκετ αλλά ποτέ δεν μπαίνει στους αγώνες να παίξει, δεν θεωρεί τον Μπάτμαν υπερήρωα και οι γονείς του υπομένουν τα ξεσπάσματα των συμπολιτών τους κάθε φορά που συμβαίνει κάτι – άσχετο μ’ αυτούς, αλλά οι ξένοι πρέπει πάντα να φταίνε.

Η ταινία λοιπόν βασίζεται πολύ στα στερεότυπα και στα κλισέ. Όμως δεν ενοχλεί αυτό καθόλου. Αν και πολύ επιδερμικά καταπιάνεται με τον ρατσισμό, έχει πάρα πολλά θέματα να σκαλίσει και τελικά αυτό που σου αφήνει είναι πολλά και δυνατά μηνύματα.

Χωρίς πολλές εντάσεις, χωρίς βία και όπλα, χωρίς δυνατές συγκινήσεις, είναι μια υπέροχη και πολύ καλογυρισμένη ταινία. Η μικρή πόλη είναι πανέμορφη, οι εικόνες μαγικές. Το στόρι κυλάει απλά και ομαλά, προβλέψιμο εδώ κι εκεί, όμως το στοιχείο της έκπληξης δεν ενδιαφέρει το σενάριο. Ο Τσάρλι βέβαια έχει και φοβερό μούτρο. Δεν μπορείς να μην τον λατρέψεις.

*Σε περίπτωση που σας παραξενεύουν τα κοτσύφια στον τίτλο του κειμένου, η ταινία είναι βασισμένη στο ομότιτλο βιβλίο του Craig Silvey και από πολλούς κριτικούς έχει χαρακτηριστεί ως τα Κοτσύφια της Αυστραλίας. Αν καταφέρετε να το βρείτε στα αγγλικά και το διαβάσετε, θα διαπιστώσετε ότι έχουν δίκιο.

Με χάλασε λιγάκι το τέλος, όχι επειδή δεν ήταν «σωστό», αλλά επειδή το ήθελα διαφορετικό. Ήταν όμως – δυστυχώς – δίκαιο και παρόλο που η ταινία δε βασίζεται στις ανατροπές, δε θα σας πω περισσότερα. Δείτε το !

Για το τρέιλερ, ΕΔΩ

Κατερίνα Χαρίση

Ovi