Ετικέτες » ποίηση

ΠΟΙΗΜΑ #20180117

Γράφει η Βέρα Ι.Φραντζή

όσο περισσότερο με διάβαζε

τόσο πιο πολύ με αγαπούσε

λεξούλες μου, τι του κάνατε

δήθεν αθώες

ολοστρόγγυλες

κακοποιημένες

πόρνες

Άτιτλες στιγμές

Ο ΗΛΙΟΣ Ο ΗΛΙΑΤΟΡΑΣ

«Κατακλυσμούς ποτέ δε λογαριάσαμε

μπήκαμε μες στα όλα και περάσαμε

Κι έχουμε στο κατάρτι μας βιγλάτορα

παντοτινό τον Ήλιο τον Ηλιάτορα!»

(σ.σ: τον Ήλιο της Δικαιοσύνης, τον Χριστό)

(Οδ. Ελύτης)

ΕΠΙΚΑΙΡΑ

Μοναξιά

Στη μοναξιά ήμουνα πολλοί
στον έρωτα ούτ’ ένας.

(«Περί μαγειρικής και κακίας»)

* Κώστας Μαννούρης

Ποίηση

Αλλαγή.

Το έχεις νιώσει;

Εκείνα τα βράδια που ο ύπνος δεν έρχεται και τα δάκρυα δε σταματούν;

Το έχεις νιώσει;

Πνίγηκες στα δάκρυα, στην θλίψη, στην αγανάκτηση.

Ίσως να μην έβγαλες πραγματικά δάκρυα.

Ίσως η περηφάνεια, η ανάγκη του υποτιθέμενου ελέγχου να νίκησε.

Όμως η ψύχη σου γέννησε μια λίμνη δακρύων.

Γεμάτη ρουμπίνια, μικρά βραβεία των κόπων σου.

Η υπενθύμιση ότι ποτέ δεν είμαστε αρκέτοι, ποτέ τέλειοι.

Ποτέ ελεύθεροι.

Ποτέ παντότινα ερωτευμένοι, παντότινα δυνατοί.

Ποτέ.

Αλλά πάντα,

παντα απελπιστικά ανθρώπινοι.

Χτυπάς πάτο, δεν υπάρχει πιο κάτω, μπροστά στη συνειδητοποίηση του ότι είμαστε άνθρωποι

και η ζωή είναι προσωρινή

και η παντοτινή αγάπη μια αυταπάτη για να αντέξεις τη πραγματικότητα.

Πρέπει να ανέβεις, να αλλάξεις, ξανά.

Οι αλλάγες είναι επιφανειακά τρομαχτικές γιατί οι συνήθειες δεν φεύγουν εύκολα.

Όλα, όλα είναι μια συνήθεια, ακόμα και το άτομο το οποίο θεωρείς ‘άλλο σου μισό’ , συνήθησες να το βλέπεις έτσι,

συνήθησες να το αγαπάς τόσο πολύ,

βολεύτηκες.

Κι όταν σε άφησε, βολεύτηκες στην θλίψη σου.

Βολευτήκαμε, βολευτήκαμε να είμαστε οι βολεμένοι ρομαντικοί που αγαπάμε για πάντα και καίμε τις ψυχές μας για χάρη αδερφών ψυχών.

Βολευτήκαμε να θεωρούμε τους ευατούς μας ανάξιους, ανίκανους να κερδίσουν, να αλλάξουν.

Τον καθένα από εμάς, μας αξίζει κάτι καλύτερο.

Ώρα να ξεβολευτούμε.

Με ακούτε; Ξεβολευτήτε!

Πιστέψτε σε έσας και μόνο σε εσάς!

Αγαπήστε έσας περισσότερο από ολούς!

Πίστεψτε πως μπορείτε να αλλάξετε!

Αγαπήστε, αλλά να θυμάστε ότι δε θα είναι παντότινο, δε θα είναι πάντοτε ίδιο, κάτι βολικό και σίγουρο,

Παρ’όλα αυτά κάντε το, κι όταν δείτε οτί δε θα πηγαίνει άλλο, μην βολευτείτε, δώστε θέση σε κάτι άλλο, κάτι καινούργιο.

Εμπιστευτείτε μια αλλαγή που έχετε ανάγκη!

Γιατί ξέρετε κάτι; Στην τελική είναι το μοναδικό πράγμα που θα μας υψώνει.

Η αλλαγή.

Κι να θυμάστε πως αν θέλετε μπορείτε να αλλάξετε ακόμη κι ολόκληρο τον κόσμο.

Μην κάθεστε στη σιωπή στις 5 το ξημέρωμα.

Αφήστε τον ήλιο να σας χτυπήσει.

Και αλλάξτε, για εσάς.

Εμπνευσμένο από το τραγούδι «Car Radio» των Twenty One Pilots.

Greek

Το δίλημμα

Μη ζεις ξανά το παρελθόν, σταμάτα πια

Τί νόημα έχει να γυρίζεις τα κουπιά

Αν μια άγκυρα στον πάτο σε κρατάει;

Καταλαβαίνω, είναι η άγκυρα βαριά

Τα ματωμένα χέρια σφίγγουν τη σκουριά

Το σώμα λιώνει και τη λύτρωση ζητάει

Μα μια ζωή μέσα στο πόνο προτιμάς

Ή να σαλπάρεις μεσ’ στο κύμα της φωτιάς;

Κι ας είναι άγριο και ας έχει τρικυμμία

Κι αν αμφιβάλλεις πως αξίζει όλο αυτό

Και θεωρείς πως ο,τι ζεις είναι γραφτό

Γιατί δεν γράφεις τη δική σου ιστορία;

ποίηση

Το σώμα μου δε με χωράει

Το σώμα μου δε με χωράει

Μα τον καημό που είναι μέσα μου τον πνίγω

Και η ζωή μου συνεχίζει, προχωράει,

Αφου τα πρέπει δε μ’ αφήνουνε να φύγω

Και τότε βλέπω στον ορίζοντα μια σφαίρα

Που μ’ αγκαλιάζει και μου δίνει τη πνοή

Θέλω να τρέξω σαν το φύλλο στον αέρα

Να φτάσω τ’ άπειρο, να δω αν είναι εκεί

Χαράζω χάρτες στους παπύρους του μυαλού μου

Και μονοπάτια που πιστά ακολουθώ

Ψηφιδωτή είναι η σκάλα του ουρανού μου

Που να θαυμάσω την εικόνα του ποθώ

Και εκεί που νιώθω πως τη λάμψη του αγγίζω

Και με σκεπάζει ένα κύμα από φως

Η ζωή με μεταφέρει σ’ ένα κόσμο γκρίζο

Και καταλήγει να με πνίγει ο καημός

Το σώμα μου δε με χωράει

ποίηση

Χαιρέτα απ' το βαγόνι

Σκέψεις που τρέχουν,

τρέχουν σαν τρένα ξεχασμένα

μες στο μυαλό μου ατελεύτητες και άπειρες

και φαίνεται σαν να τις βλέπω πια μπροστά μου.

Το χιόνι κάτω απ’τα πόδια στις γαλότσες να κολλάει,

το φάντασμα κουρτίνας στο σχολείο,

τι τρόμος, τι φρίκη, τι σιωπή..

κανείς πια στους έρημους τους δρόμους

μόνο εγώ στην άκρη περπατώ

και με το χέρι μου τον τοίχω ακουμπάω.

Ο ήλιος και η ζέστη δεν μου δίνουν συντροφιά

μονάχα το κεφάλι μου γυρνώ

μήπως και δω ο,τι ποθώ

μα όμως τίποτα δεν είναι όπως πρώτα,

τ’ αγέρι ρώτα που φυσάει και με χαϊδεύει στο λαιμό

αυτό θυμάται κι όμως δε θα μου το πεί

τ’ αιώνιο το μυστικό θα το κρατήσει στη σιωπή,

για αύριο, που θα’ χουν οι αναμνήσεις πια χαθεί

… ή μήπως όχι;

ποίηση