Με το σημερινό μου κείμενο θα θίξω το πολύ σοβαρό ζήτημα της παιδοφιλίας. Αφορμή είναι οι συλλήψεις που πραγματοποιήθηκαν τους τελευταίους μήνες παιδόφιλων και μάλιστα εκπαιδευτικών. Αναμφίβολα, το γεγονός ότι ένα άτομο μπορεί να βλάψει με οποιονδήποτε τρόπο έναν ανήλικο, είναι σοκαριστικό. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμα και μέσα στις φυλακές, σύμφωνα με τον άγραφο κώδικα τιμής των εγκλείστων, οι παιδόφιλοι και οι παιδοκτόνοι αποτελούν μισητά πρόσωπα.

Όταν μάλιστα ο παιδόφιλος είναι εκπαιδευτικός, η κοινωνική κατακραυγή, δικαίως, είναι πολύ μεγάλη. Ο εκπαιδευτικός δίνει αγάπη στα παιδιά, τα εμπνέει, τα παρακινεί να ανοίξουν τα «φτερά» τους και να κάνουν τα όνειρά τους πραγματικότητα, ασκεί θετική επιρροή στην καθημερινότητά τους και συχνά αποτελεί πρότυπο των παιδιών. Ο ρόλος του εκπαιδευτικού, συνεπώς, στη ζωή των ανηλίκων είναι σπουδαίος. Το να εκμεταλλεύται ένας δάσκαλος ή ένας καθηγητής τα παιδιά, ιδίως με αυτό τον ειδεχθή τρόπο, είναι απαράδεκτο και κατακριτέο.

Γι’ αυτό σοκάρει το πώς ένας εκπαιδευτικός μπορεί με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο να «τραυματίσει» σκόπιμα την ανήλικη ψυχή. Εφόσον, ασφαλώς, αποδειχθεί η ενοχή, γιατί ακόμα και σε αυτές τις περιπτώσεις εξακολουθώ να πιστεύω ότι πρέπει να είμαστε προσεκτικοί στο στιγματισμό και στη δημόσια διαπόμπευση ατόμων, εάν δεν έχει αποδειχθεί η ενοχή τους και δεν έχει αποφανθεί η δικαιοσύνη.

Παράλληλα, τα ερωτήματα που εγείρονται στο σημείο αυτό και αφορούν γενικότερα τους παιδόφιλους και ειδικότερα έναν παιδόφιλο εκπαιδευτικό, είναι πολλά. Φοβάμαι ότι η κοινωνική ευθύνη όλων μας είναι μεγάλη, για να μην πω τεράστια. Αυτό πρέπει, κάποια στιγμή, να το αντιληφθούμε και να το λάβουμε σοβαρά υπ’ όψιν μας. Συγκεκριμένα, το ερώτημα που θέτω είναι πώς η εκπαιδευτική κοινότητα δεν προλαμβάνει τέτοια φαινόμενα, ειδικά όταν αυτά λαμβάνουν χώρα για χρόνια ολόκληρα; Ποιος είναι ο ρόλος όλων μας, ως ενεργά μέλη της κοινωνίας, απέναντι σε τέτοια φαινόμενα; Ως γονείς, ως φίλοι, ως γνωστοι, αδυνατούμε ή απλώς δεν έχουμε το σθένος, τη διάθεση, τη θέληση, να προλάβουμε τέτοια γεγονότα;

Γιατί το δικό μου ερώτημα είναι πώς δρα ανενόχλητος και μάλιστα για ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα ένας παιδόφιλος εκπαιδευτικός, χωρίς κανείς να αντιληφθεί το παραμικρό για τη δράση του; Κανένας συνάδελφος. Κανένας γονιός. Κανένας μαθητής. Κανένας γείτονας. Ουδείς. Πού και πότε συναντά τα ανήλικα θύματά του; Πώς τα «παγιδεύει»; Ποιες ώρες τα συναντά; Ειδικά, όταν μιλάμε για παιδιά τόσο μικρής ηλικίας που, υποθέτω, ότι δεν πηγαίνουν όπου θέλουν, όποτε θέλουν, χωρίς κανέναν απολύτως έλεγχο.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, ειλικρινά προβληματίζομαι για το ότι κανείς δεν είδε, κανείς δεν άκουσε, κανείς δεν γνώριζε, από κανέναν δεν περνούσε από το μυαλό. Είναι, όμως, πάντοτε έτσι τα πράγματα; Σαφώς, είναι εύκολο να καλύψεις τα ίχνη σου, αλλά όταν υπάρχει και η κοινωνική ευαισθησία από όλους μας -γονείς, εκπαιδευτικούς, ΜΜΕ- πιστεύω, ότι κάποιες καταστάσεις μπορούν να προβλεφθούν. Πολλές φορές το έγκλημα διαπράττεται μπροστά στα μάτια μας κι εμείς από φόβο, από αδυναμία, από αμηχανία, άπο έλλειψη προσοχής…., κλείνουμε τα μάτια σε αυτό που συμβαίνει. Για να καταδικάσουμε εκ των υστέρων μια πράξη.

Δυστυχώς, όπως πολλές φορές έχουμε τονίσει και μέσα από τη σελίδα, στην Ελλάδα η αντεγκληματική πολιτική δεν έχει αναπτυχθεί επαρκώς, με αποτέλεσμα να μη λαμβάνονται μέτρα για την πρόληψη τέτοιων και άλλων σοβαρών φαινομένων εγκληματικής δράσης. Στόχος, ωστόσο, της αντεγκληματικής προληπτικής θα έπρεπε να είναι και να διαγνώσει τέτοιες συμπεριφορές και να προστατέψει τα πιθανά θύματα, ακόμα και τον εν δυνάμει θύτη, για παράδειγμα μέσω της παροχής ψυχολογικής ή ψυχιατρικής στήριξης.

Το ζήτημα είναι πολυσύνθετο και πολυδιάστατο και δεν μπορώ να δώσω απαντήσεις σε ένα τόσο μικρό κείμενο. Παρά ταύτα, θα ήθελα να καταθέσω την πρότασή μου: οι εκπαιδευτικοί να είναι ουσιαστικά δίπλα στα παιδιά, ώστε εάν συμβεί κάτι τόσο σοβαρό, το παιδί να μπορεί να απευθυνθεί άμεσα στην εκπαιδευτική κοινότητα. Οι γονείς να έχουν τα μάτια και τα αυτιά τους ανοιχτά για να ακούσουν όσα τα παιδιά τους τούς λένε με τα λόγια ή ακόμα και με τις σιωπές τους. Οι δημοσιογράφοι, με τη βοήθεια ειδικών, να κάνουν καμπάνιες και να παρέχουν στο κοινό ενημέρωση για το πώς να προλάβουν τέτοια φαινόμενα. Τέλος, οι πολιτικοί μας -ελπίζω- κάποτε να αντιληφθούν τη σπουδαιότητα ενίσχυσης της αντεγκληματικής πολιτικής, καθώς όπως στην ιατρική επιστήμη η πρόληψη σώζει ζωές, έτσι και στον τομέα της εγκληματολογίας τα μέτρα πρόληψης έχουν τη δύναμη να προστατεύσουν και τελικά να σώσουν περισσότερες ζωές από τα μέτρα καταστολής….