Ετικέτες » σχεδια

Γιατί ο κόσμος δεν τέλειωσε το προηγούμενο Σάββατο

ΣΧΕΔΙΑ – ΤΕΥΧΟΣ 11 – ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2014

Η αδελφή μου έφερε να κρατήσω το γάτο της. Θα ‘λειπε για μερικές μέρες κι ήμουν ο μόνος έγκριτος για ένα τέτοιο καθήκον. Γνωριζόμασταν με τον γάτο και δεν χρειάστηκαν συστάσεις. Αυτό ήταν καλό γιατί ο Χουρχούρης, βγαίνοντας από την τσάντα μεταφοράς ήταν μάλλον εκνευρισμένος. Συμφωνήσαμε μόνο σε ορισμένες κοινά αποδεκτές κόκκινες γραμμές συμβίωσης. Θα έκανε τις ανάγκες του αποκλειστικά στην άμμο του, και όχι στην τουαλέτα, κι εγώ αποκλειστικά στην τουαλέτα και όχι στην άμμο του. Δεν επιτρεπόταν να ανεβαίνει στο γραφείο μου όταν εγώ δούλευα σ’ αυτό, εκτός κι αν το ήθελε πολύ. Δεν θα καθόταν στην πολυθρόνα μου, όταν θα καθόμουν εγώ, κι εγώ δεν θα καθόμουν σ’ αυτή όταν καθόταν αυτός. Είχαμε αμοιβαία το δικαίωμα ο ένας να κάθεται στην αγκαλιά του άλλου, παρόλο που πρακτικά δεν ήταν εφικτό εγώ να κάτσω στην αγκαλιά του. Επίσης, και αυτό ήταν πραγματική κόκκινη γραμμή, εγώ δεν θα έτρωγα ποτέ από το φαγητό του και αυτός ποτέ από το δικό μου, εκτός κι αν του άρεσε πάρα πολύ.
Σιγουρεμένος ότι είχα επιβάλει αυστηρούς και απαράβατους όρους, άφησα την καθημερινή ρουτίνα μου να κυλήσει αισιόδοξα.
Ήμασταν, λοιπόν, μακάρια ξαπλωμένοι στην κουνιστή μου πολυθρόνα, εγώ με τον Χουρχούρη αγκαλιά, και αναλογιζόμασταν πολλά και διάφορα, όχι κοινού πάντως ενδιαφέροντος υποθέτω, όταν εμφανίστηκε από το πουθενά ένα απρόσκλητος επισκέπτης, μαύρος και φτερωτός, που θα ‘παιρνα όρκο ότι ήταν μια καρακάξα, αλλά δεν ήταν.
«Χαιρετώ τον Ύπατο Αρμοστή του πλανήτη» είπε η καρακάξα.
«Δεν νομίζω», είπα. «Κάποιο λάθος πρέπει να κάνετε».
«Πείτε στο δίποδό σας να βγάλει τον σκασμό!» αντιμίλησε η καρακάξα, «μην τον εξαερώσω πρόωρα».
Και τότε έγινε ένα πράγμα απίστευτο. Μίλησε ο Χουρχούρης. Και η φωνή του είχε το κύρος μιας φωνής που έβγαινε από κάποιον που τον βάραινε μεγάλη ευθύνη και ήταν φορέας εξαιρετικά μεγάλης εξουσίας.
«Μην δίνεις σημασία, Γαλαξιακέ Εντολοδοφορέα, και ανέφερε το σκοπό και το λόγο της επίσκεψής σου στον πλανήτη μου!»
Ωστόσο, η καρακάξα δεν δίστασε να θαυμάσει: «Εξοχότατε, επιτρέψτε μου να εκφράσω το θαυμασμό μου! Η κάλυψή σας είναι τέλεια. Σε ένα τόσο ασήμαντο σπίτι, σε μια ανυπόληπτη, χρεωκοπημένη χώρα, ποιος θα το φανταζόταν!»
Τώρα, βέβαια, είναι απορίας άξιο πως τα καταλάβαινα ολ’ αυτά, αλλά έχω την εντύπωση ότι τα μηνύματα ερχόταν κατευθείαν στον εγκέφαλό μου, χωρίς να χρειάζεται άλλη μεταφραστική παρέμβαση. Και υποθέτω ότι με έκαναν κοινωνό της συνομιλίας τους, θεωρώντας με αμελητέα ύπαρξη, που δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί τη σημασία των διαμειφθέντων.
Δεν είμαι σε θέση να μεταφέρω με ακρίβεια τους διαλόγους, γι’ αυτό θα περιγράψω συνοπτικά και όσο μπορώ καλύτερα τα όσα ελέχθησαν.
Κατ’ αρχάς, υπήρξε μιa έκφραση μεγάλης συμπάθειας για τους δεινόσαυρους και την ατυχή τους εξάλειψη. Όπως το διατύπωσε η καρακάξα, που ήταν εντεταλμένη με βαθμό κλητήρα, να επιδώσει προειδοποίηση απόφασης εξάλειψης της παρούσας ζωής από τον πλανήτη Γη, το αρχικό συμβόλαιο εκχώρησης χρήσης του πλανήτη ήταν υπογραμμένο επ’ ονόματι των δεινοσαύρων, για τους οποίους υπήρχε η βεβαιότητα της βιολογικής τους εξέλιξης ως κυρίαρχου είδους. Η ατυχής εξέλιξη των πιθηκοειδών, ήταν μη αναμενόμενη. Το Ανώτατο Διαγαλαξιακό Συμβούλιο επέδειξε μεγάλη ανοχή και υπομονή, και είχε υπογράψει καινούριο συμβόλαιο με κάποιους Μάγια σε άλλη ήπειρο, προ 1300 ετών. Το συμβόλαιο είχε λήξει προ ενός γήινου έτους, την 21η Δεκεμβρίου του τοπικού ημερολογίου, αναζητήθηκαν αλλά δεν ευρέθησαν οι ενοικιαστές στην διεύθυνση που είχαν δηλώσει, και ουδείς είχε αιτηθεί κάποια ανανέωση εντός των νομίμων προθεσμιών. Ως εκ τούτου, η εξοχότητά του, ο Χουρχούρης, θα έπρεπε να συναινέσει και να υπογράψει τα αναγκαία έγγραφα για την οριστική εξάλειψη της μιασματικής και έκνομης πλέον ανθρώπινης κοινωνίας, για να αποδοθεί ο πλανήτης σε νέους ενοικιαστές.
Ο Εξοχότατος Χουρχούρης, ως εκ της θέσεώς του ως ύπατος Αρμοστής, και εντολοδόχος του Διαγαλαξιακού Συμβουλίου, υποστήριξε ότι αντίκειται στο Κοσμογονικό Δίκαιο, μια μαζική εξάλειψη ζωικού είδους που έχει προσεγγίσει τουλάχιστον τον μίνιμουμ βαθμό τεχνολογικής εξέλιξης, πράγμα που το καθιστούσε ικανό να χαρακτηριστεί συμβατό με τις προδιαγραφές διατήρησης γαλαξιακού είδους, και ότι εν πάση περιπτώσει, η εξέλιξη της Γης αποτελούσε ένα πείραμα κατά λάθους εξέλιξης είδους, από το οποίο θα αντλούσε η Κοσμογονία πολύτιμες πληροφορίες για μελλοντικές χρήσεις. Ως εκ τούτου, απαγόρευε κάθε είδους πρόωρης εξάλειψης του κυρίαρχου είδους και πλειστηριασμού του πλανήτη σε τυχόν ενδιαφερόμενους ενοικιαστές, έως ότου ολοκληρωθεί το πείραμα. Το οποίο, βεβαίως, δεν θα αργούσε να ολοκληρωθεί, κατά πρόβλεψη, σε μια προθεσμία μικρότερη ενός αιώνα.
Όπως εξήγησε ο εξοχότατος Χουρχούρης, η ανθρώπινη οργάνωση ήταν δομημένη με τέτοιον τρόπο που οδηγούσε με στατιστική ακρίβεια, στην πλήρη εξαθλίωση του μέγιστου ποσοστού του πληθυσμού, την ερημοποίηση ολόκληρων ηπείρων, την εξάντληση των πηγών ενέργειας, την μη αναστρέψιμη μόλυνση και την ολοκληρωτική καταστροφή κάθε είδους ισορροπίας των κλιματικών συνθηκών. Πέρασε πλέον ανεπιστρεπτί η ευκαιρία για μια διαφορετική κοινωνική οργάνωση. Οι προβλεπόμενοι πόλεμοι για την επιβίωση των φτωχότερων, και την επιβολή των συμφερόντων των ισχυρότερων, θα περιορίσει δραστικά το ποσοστό του ανθρώπινου πληθυσμού και η εξάπλωση μολυσματικών επιδημιών προβλέπεται επίσης να επηρεάσει αυτό το ποσοστό.
Υπήρχαν επίσης οι αστάθμητοι παράγοντες που μπορούσαν να συντελέσουν σε μια γρηγορότερη επιτάχυνση της διαδικασίας. Η εξάρτηση από την τεχνητή νοημοσύνη, ενέχει κινδύνους ολοκληρωτικής κατάρρευσης των συστημάτων επικοινωνίας, ενέργειας και ελέγχου των πυρηνικών εγκαταστάσεων. Σεισμοί, καταποντισμοί ή τρομοκρατικές ενέργειες μπορούν να συντελέσουν σε μη ελεγχόμενα πυρηνικά ατυχήματα, και φρενοβλαβείς ή απλώς ηλίθιοι ηγέτες μπορούν να πυροδοτήσουν μιαν ανεξέλεγκτη εμπλοκή σε ένα τελικό παγκόσμιο καταστροφικό πόλεμο.
Δεν χρειαζόταν να γίνει εξάλειψη με αναγκαστικά μέτρα, εκ μέρους του Διαγαλαξιακού Συμβουλίου. Λόγοι ευψυχίας θα έπρεπε να ληφθούν σοβαρά υπόψη. Αλλά, βεβαίως, θα πρέπει να συνυπολογιστεί ότι και η ίδια η ανθρωπότητα έχει προφανή προορισμό την αυτοεξόντωσή της, το συντομότερο δυνατόν. Όταν το ποσοστό επιβίωσης του ανθρώπινου είδους περιοριστεί σε ένα μονοψήφιο ποσοστό ευημερούντων ατόμων, τότε η ευθανασία του είδους θα είναι τόσο αναγκαία όσο και δίκαιη, και αν μη τι άλλο, θα είναι ευπρόσδεκτη από το μέγιστο ποσοστό του ιδίου του υπό εξάλειψη είδους.
Μόνον εάν και εφόσον αυτό δεν επιτευχθεί εντός της προθεσμίας ενός αιώνα από σήμερα, 21η Δεκεμβρίου του 2013 του γήινου ημερολογίου, τότε συνυπογράφει την επιβολή των αναγκαίων μέτρων.
Αυτά είπαν οι δυο γαλαξιακοί εκπρόσωποι, μάρτυρας υπήρξα εγώ, ορκίζομαι ότι δεν τα φαντάστηκα, είμαι απολύτως σίγουρος ότι απέδωσα σωστά τις αιτιάσεις και τα επιχειρήματα των δυο πλευρών, και πρέπει να διακόψω γιατί πρέπει να φροντίσω ο εξοχότατος Χουρχούρης να τραφεί με τον πλέον εύγεστο τρόπο. Νομίζω ότι ήταν σοφός και δίκαιος και ότι όλοι του οφείλουμε την ύπαρξή μας, που όσο άθλια ενδεχομένως κι αν είναι, τέτοιοι που είμαστε τέτοια μας αξίζει.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ ΣΤΗ "ΣΧΕΔΙΑ"

Το δώρο των Δαναών

ΣΧΕΔΙΑ – ΤΕΥΧΟΣ 10 – ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2013

Αυτό τον καιρό, ο υπολογιστής μου έχει αφηνιάσει κυριολεκτικά. Ξεφωνίζει (με τον τρόπο του), αναβοσβήνοντας καρεδάκια ότι είμαι απίστευτα τυχερός, με διαβεβαιώνει ότι δεν είναι αστείο, και είμαι ο 100.000ός επισκέπτης, δεν ξέρω που, και θα είμαι μαλάκας αν χάσω την ευκαιρία. 8 more words

ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ ΣΤΗ "ΣΧΕΔΙΑ"

Τοπίο στην αιθαλομίχλη

ΣΧΕΔΙΑ – ΤΕΥΧΟΣ 9 – ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2013

Μου πέρασε μια πολύ παράξενη ιδέα από το μυαλό. Προσποιήθηκα πως η καρέκλα μου μπροστά στον υπολογιστή ήταν μια χρονομηχανή, που θα μ’ έστελνε κατευθείαν στο μέλλον. 16 more words

ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ ΣΤΗ "ΣΧΕΔΙΑ"

Εκδρομή στον Παράδεισο

ΣΧΕΔΙΑ – ΤΕΥΧΟΣ 8 – ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2013

Φθινοπώριασε κι επιτέλους, ήρθε η ώρα τους! Ο σχολικός μπόγιας κατέφτασε και μάζεψε όλα αυτά τα μυξιάρικα που είχαν ξαμοληθεί όλο το καλοκαίρι σε δρόμους και πλατείες διασκεδάζοντας, τιτιβίζοντας την ανεμελιά τους, δυναμιτίζοντας τις ψυχικές αντοχές των ζεμένων στο κάρο του χρόνου και των υποχρεώσεων ενηλίκων. 12 more words

ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ ΣΤΗ "ΣΧΕΔΙΑ"

Διακοπές στην Κόλαση (β΄μέρος)

ΣΧΕΔΙΑ – ΤΕΥΧΟΣ 7 – ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2013

[ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΟΥ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ

Ένας φίλος από τα παλιά με ξεσηκώνει από τον καλοκαιρινό μου λήθαργο, και στο όνομα μιας χαμένης νεότητας, τραβάμε για ξεσάλωμα μιας βδομάδας σε νησί. 13 more words

ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ ΣΤΗ "ΣΧΕΔΙΑ"

Διακοπές στην Κόλαση

ΣΧΕΔΙΑ – ΤΕΥΧΟΣ 6 – ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2013

Ήμουν βυθισμένος σε μια γλυκιά χαύνωση που φέρνει ως παρελκόμενο ο καυτός καλοκαιρινός ήλιος, καρυκευμένη από άρωμα καυτής ασφάλτου που απέπνεε ο δρόμος. 10 more words

ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ ΣΤΗ "ΣΧΕΔΙΑ"

Εύκολες ερωτήσεις, δύσκολες απαντήσεις

ΣΧΕΔΙΑ – ΤΕΥΧΟΣ 5 – ΙΟΥΛΙΟΣ 2013

Πετούσε ψηλά. Ήταν ελεύθερος. Και πεινασμένος. Η ελευθερία είχε μια πικρή γεύση. Δεν ήξερε αν έπρεπε να χαίρεται γι’ αυτή. Ήταν πάντα καταπιεσμένος και το ‘χε μάλλον συνηθίσει. Όλοι είχαν να του κάνουν κάποια επίπληξη. «Κλάψα» του έλεγε ο δάσκαλός του. «Πώς στο καλό πετάς έτσι; Πουλάκι μου, τι είσαι συ, γεράκι ή γλάρος; Σφίξου Κλάψα, όρμα, χτύπα, άρπαξε!»
«Κλάψα», του έλεγε ο μπαμπάς του, «δεν είναι ότι ντρέπομαι για σένα. Πάντως δεν είμαι και πολύ περήφανος. Πρέπει να είσαι σκληρός, Κλάψα. Πρέπει να χτυπάς. Πρέπει να παλεύεις. πρέπει να διεκδικείς. Πρέπει να είσαι αμείλικτος. Έτσι είναι τα σωστά γεράκια, γιε μου. Και μερικές φορές, χωρίς παρεξήγηση, αναρωτιέμαι αν είσαι πραγματικά γιος μου».
Η μαμά τού έλεγε «Κλάψα, Κλάψα, τι θα κάνω με σένα γιόκα μου; Γιατί, Κλάψα, γιατί είσαι τόσο μαλακός, τόσο ευαίσθητος. Κάθεσαι κι ακούς τ’ αηδόνια γιόκα μου. Τ’ αηδόνια τ’ ακούνε οι άνθρωποι. Τα γεράκια τα τρώνε».
«Μα, μαμά» έλεγε ο Κλάψας. «Κελαηδούνε τόσο όμορφα!»
«Κλάψα, Κλάψα!» έλεγε η μανούλα, «τι θα πουν οι γείτονες, τι θα πουν ο συγγενείς μας. Δεν πρέπει να πιάνουμε κουβέντα με τις χελώνες. Αν ο θεός δεν ήθελε να τρώμε τις χελώνες θα τις έκανε βράχους».
Αυτό το επιχείρημα δεν το καταλάβαινε και πολύ καλά ο Κλάψας, αλλά η μαμά δεν είχε πάντα πολύ λογικά επιχειρήματα. Και η χελώνα ήταν μια σοφή χελώνα που του έλεγε ένα σωρό ιστορίες και κουτσομπολιά του δάσους.
Έτσι, όταν είδε ο Κλάψας τον χοντρό τυφλοπόντικα να κάθεται αραχτός μπροστά στην τρύπα του, με μια ηλίθια απάθεια και επιδεικτική άγνοια του κινδύνου να μασουληθεί αμείλικτα, ένιωσε μέσα του τα άγρια ένστικτα του γερακιού να φουντώνουν. «Τροφή!» σκέφτηκε. «Ηλίθια, μαλακή, νόστιμη τροφή με πολλά λιπαρά και άφθονη χοληστερίνη», και όρμησε με μια βουτιά που θα ζήλευαν πολλά γεράκια.
«Ο Κλάψας ήταν αυτός;» ρώτησε ξαφνιασμένο ένα γεράκι το διπλανό του, καθώς οι δυο τους περιπολούσαν με μια σχετικά χαλαρή διάθεση κυνηγιού, μιας και ήταν σχετικά χορτάτα.
«Δεν το πιστεύω!» είπε το άλλο.
«Εντελώς απίστευτο!» πρόσθεσε το πρώτο, πράγμα που υπονοούσε πως δεν είχαν ικανό τον Κλάψα να κάνει τέτοιες εφορμήσεις και επικίνδυνες επιδόσεις και πολύ περισσότερο να επιτίθεται σε θηράματα.
Ο Κλάψας πράγματι είχε την ταχύτητα της αστραπής και την ορμή πεινασμένου γλάρου, έσκισε τον αέρα σαν γερακίσια βολίδα, άπλωσε τα πόδια του και άρπαξε στα νύχια του το ζουμερό, νόστιμο, τραγανό γογγύλι που κρατούσε ο Τυφλοπόντικας και τραγάνιζε με την ηρεμία του ηλίθιου.
Τι έγινε, παιδιά; Λάθος στόχευση ή ηθελημένο λάθος;
Ο Κλάψας αναστέναξε. Όταν πλησίασε αρκετά για να βλέπει το ασπράδι του ματιού του Τυφλοπόντικα, και αντιμετώπισε την έκπληξη και την απορία του θύματος, κάτι μέσα του τον αποσυντόνισε. Ένιωσε λύπη. «Ανάθεμα τα καλά μου αισθήματα!» έβρισε μέσα του. Ήταν αδιόρθωτα πονόψυχος. Έπρεπε να το πάρει απόφαση. Γεννήθηκε καλός και καλός θα πέθαινε. Όσο κι αν προσπαθούσε να σκεφτεί και να φερθεί σαν αρπαχτικό, δεν γινόταν τίποτα. Δεν μπορούσε με τίποτα να γίνει διεκδικητικός και αιμοβόρος. Το ‘ξερε ότι έπρεπε, αυτό ήταν το σωστό για ένα γεράκι, αλλά δεν μπορούσε. «Θεέ των Γερακιών, συγχώρεσέ με!» προσευχήθηκε νοερά. Και αποδέχτηκε ότι η πείνα θα τον συντρόφευε σε όλη του τη ζωή…
Όσο για τον μακάριο τυφλοπόντικα, φαγώθηκε συντομότατα από ένα περαστικό φίδι.

Σταματάω να γράφω. Διαπιστώνω με σχετική απέχθεια πως μάλλον γράφω μια ιστορία με κατάληξη κάποιο ηθικό δίδαγμα, πράγμα που όπως επιβεβαιώνει και η Πάπια σε μια ιστοριούλα του Όσκαρ Ουάιλντ, είναι πάντα εξαιρετικά επικίνδυνο.
Έτσι, το συνεπαγόμενο πρώτο ερώτημα πρόβαλε ευθύς: Επιβίωση, στην ανθρώπινη ζούγκλα; Τι πιθανότητες έχουν οι καλοί άνθρωποι να επιβιώσουν με αξιοπρέπεια; Σκέφτομαι πως σ’ όλη μας η ζωή βομβαρδιζόμαστε από ηθικές αξίες, που κανείς δεν πιστεύει, από ιδεοληψίες που στουμπώνουν το μυαλό των νέων ανθρώπων με ψευδείς πληροφορίες και με μέσα μαζικής πλύσης εγκεφάλων που σου δημιουργούν μια τεράστια σύγχυση ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα, την πραγματικότητα και την εικονική της προβολή. Έτσι, αυτό που αντιμετωπίζουμε δεν έχει καμιά επαφή μ’ αυτό που διδαχτήκαμε. Κανείς δεν μας προετοιμάζει για μια πραγματικότητα αμείλικτη και ανθρωποφαγική. Και αν υποθέσουμε αβασίμως ότι γεννιόμαστε καλοί, κανείς δεν μας βοηθάει να διατηρήσουμε την εντιμότητά μας. Από κάθε πολιτική πράξη, από κάθε φορέα εξουσίας, διδασκόμαστε την υποκρισία. Το καλύτερό τους όπλο: η Ενοχή. Μεγαλώνουμε με τις ενοχές, που μας δημιουργούν παιδιόθεν. Με πρωτεργάτη μια εκκλησία που κηρύττει ένα εκδικητικό θεό, πανταχού παρόντα, έτοιμο ανά πάσα στιγμή να μας ρίξει φωτιά να μας κάψει και ειδικά αν μας δει να παίζουμε το πουλάκι μας. Μας δημιουργούν ενοχές για την ύπαρξή μας, για τις επιθυμίες μας, για την διαφορετικότητά μας. Ενοχές γιατί φερνόμαστε σαν παιδιά, ενοχές γιατί δεν είμαστε αρκετά ευγενικοί, αρκετά μελετηροί, γιατί δεν είμαστε σαν τον Γιωργάκη της κυρά-Φρόσως. Ενοχές γιατί θέλουμε να κοιμηθούμε, να βγούμε, να μην βγούμε, να ερωτευθούμε, που δεν έχουμε δουλειά. Αυτό πια κι αν είναι αποκλειστικά δικό μας φταίξιμο. Διότι, σύμφωνα με μια ευρέως δημοσιοποιημένη άποψη, όπως εκφράζεται από άθλιους Πάγκαλους, ήμασταν συνδαιτυμόνες στο ίδιο τραπέζι. Προκύπτει από έγκριτους ερευνητές πως φάγαμε του σκασμού, αλλά δεν το πήραμε χαμπάρι. Δεν δικαιούμαστε να παραπονιόμαστε, με τον ίδιο τρόπο που δεν δικαιούνται να διαμαρτύρονται οι ένα εκατομμύριο τριακόσιες εννιά χιλιάδες εβδομήντα ένας άνεργοι (τη στιγμή που γράφω) συν μερικές εκατοντάδες που προστέθηκαν έως ότου δημοσιευθεί το κείμενο.
Οι βαθυστόχαστες σκέψεις με θυμώνουν και με κουράζουν. Το χειρότερο: μου προκαλούν μια λιγούρα, που με οδηγούν ευθέως στο ψυγείο. Φαντάζομαι πως όσο βρίσκω κάτι φαγώσιμο, θα ηρεμώ. Όταν σταματήσω να βρίσκω, αναρωτιέμαι τι θα γίνει;
Νιώθω τη νύστα να με χαϊδεύει. Ένα ζεστό καλοκαιρινό αεράκι από το ανοιχτό παράθυρο με νανουρίζει. Βυθίζομαι στην πολυθρόνα προσπαθώντας να συμμαζέψω τις σκέψεις μου.
«Επιτρέπετε;» ακούω μια φωνή από το ανοιχτό μπαλκόνι. Άλλο πάλι και τούτο! Ένα γεράκι που μου μιλάει στην Πατησίων!
«Τι πράγμα;». Είναι στιγμές που ανακαλύπτω πόσο λίγο ετοιμόλογος είμαι.
«Μήπως σας βρίσκεται καμιά κονσέρβα κορνμπίφ;»
Δεν έχω δει κονσέρβα κορνμπίφ απ’ τις ημερήσιες σχολικές μου εκδρομές που, για κάποιο λόγο που μου διαφεύγει, αυτό το πνιγμένο στο λίπος βοδινό κρέας ήταν το αγαπημένο μου έδεσμα. Και δεν έχω ξαναδεί από κοντά γεράκι. Παρόλο που υποτίθεται ότι είχα για ήρωα της ιστορίας μου ένα.
«Έχω αρακά!» είπα αμήχανα, «Αν σου κάνει!»
Κούνησε λυπημένα το κεφάλι. «Η ιστορία της ζωής μου! Άντε γεια!»
«Στάσου!» φωνάζω αλλά εκείνο χάνεται με αργά βαριά φτερουγίσματα.
Πετάγομαι από την καρέκλα μου. Η φαντασία συγκρούεται με την πραγματικότητα και προσγειώνομαι ανώμαλα. Κλείνω τον υπολογιστή και βγαίνω.

Σηκώνομαι το πρωί. Έχει έρθει η αδελφή μου και σκαλίζει τα ντουλάπια της κουζίνας μου. Ακούω την έκπληξή της.
«Κορνμπίφ;» ρωτάει.
«Τα είχαν σε έκπτωση!» δικαιολογούμαι γρήγορα κι αλλάζω κουβέντα. Δεν είναι ώρα να εξηγήσω την ανεξήγητη παρόρμησή μου να αγοράσω κονσέρβες κορνμπίφ.
Πιθανότατα ποτέ δε θα μου χρειαστούν, αλλά θέλω να είμαι εφοδιασμένος αν τύχει ποτέ κανείς να μου ζητήσει.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ ΣΤΗ "ΣΧΕΔΙΑ"