<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><!-- generator="wordpress.com" -->
<rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	>

<channel>
	<title>Ομίχλη &amp;laquo; WordPress.com Tag Feed</title>
	<link>http://wordpress.com/tag/Ομίχλη/</link>
	<description>Feed of posts on WordPress.com tagged "Ομίχλη"</description>
	<pubDate>Tue, 07 Oct 2008 14:01:53 +0000</pubDate>

	<generator>http://wordpress.com/tags/</generator>
	<language>en</language>

<item>
<title><![CDATA[Ομίχλη (1)]]></title>
<link>http://salemenos.wordpress.com/2007/12/19/%ce%9f%ce%bc%ce%af%cf%87%ce%bb%ce%b7-1/</link>
<pubDate>Wed, 19 Dec 2007 09:25:16 +0000</pubDate>
<dc:creator>salemenos</dc:creator>
<guid>http://salemenos.el.wordpress.com/2007/12/19/%ce%9f%ce%bc%ce%af%cf%87%ce%bb%ce%b7-1/</guid>
<description><![CDATA[Ο καπνός από το τσιγάρο σταμάτησε λίγο έξω από το κάγκε]]></description>
<content:encoded><![CDATA[<p align="justify">Ο καπνός από το τσιγάρο σταμάτησε λίγο έξω από το κάγκελο της βεράντας. Σαν ένα αόρατο παγωμένο χέρι να τον στερεοποίησε, δημιουργώντας ένα άμορφο ανάγλυφο αγαλματίδιο. Μέχρι ν' ανοιγοκλείσει τα μάτια του, σιγά σιγά η "μορφή" άρχισε να διαλύεται, όσο μπορούσε, μέσα στην ομίχλη. Ίσα που διακρινόταν το φώς στο απέναντι διαμέρισμα. Απόκοσμη βραδιά, λες και ο Πλάστης αποφάσισε να ρίξει ένα κοσμικό απολυμαντικό για να αφανίσει τα παρασιτικά δημιουργήματά του. Άπλωσε το χέρι του και ακούμπησε το γαλακτώδες, υγρό σύννεφο. Ανατρίχιασε. Σαν ν' ακούμπησε βελούδο, κάτι ζωντανό, που τραβήχτηκε τρομαγμένο από την επαφή με το ξένο σώμα.<br />
Το τσιγάρο τελείωσε. Η γόπα έπεσε από το χέρι του, την παρακολουθήσε να πέφτει αργά, σαν να αψηφούσε τη βαρύτητα. Το σπίτι ήταν σκοτεινό. Μόνο η τηλεόραση φώτιζε, χωρίς φωνή. Έδειχνε κάποιους με κάτι μικρόφωνα στα χέρια να χαχανίζουν. Γνώριμο σκηνικό. Πήγε στο γραφείο του.<!--more--></p>
<p align="justify">"Ποιος είσαι;" είδε να αναβοσβήνει στο παραθυράκι του chat. Άγνωστο nickname, daemon έγραφε. Δεν απάντησε. Ήθελε να δει αν επιμένει ή ότι είναι μια από τις γνωστές φάρσες αγνώστων που μαλακίζονται με το πληκτρολόγιο, γεμίζοντας τις άδειες ζωές τους.</p>
<p align="justify">"Γιατί δεν απαντάς;" συνοδεύομενο από το μπιπ του εισερχόμενου.</p>
<p align="justify">"Αφού γνωριζόμαστε από παλιά, με ξέχασες;" πριν προλάβει να ακουμπήσει κάν τα πλήκτρα του.</p>
<p align="justify">"Δε με παρατάς ρε μαλακισμένο", απευθείας στην επίθεση. Απορεί με τον εαυτό του πως κάθεται και "συζητά", ενώ μπορεί να κλείσει το πρόγραμμα και να στείλει τον "δαίμονα" πίσω στο σάπιο του καζάνι.</p>
<p align="justify">"Εγώ στους φίλους δε μιλώ έτσι" απευθείας η απάντηση, "θέλω να σε δω, μου λείπεις" τελείωνε η φράση με τα κόκκινα γράμματα (μάλλον άλλαξε το χρώμα).</p>
<p align="justify">"Σου λείπω;" απάντησε. "Να σου στείλω μια φωτογραφία του πούτσου μου να με βλέπεις και να καυλώνεις;" Ήταν έξαλλος με τον εαυτό του κυρίως. Όχι πως έχει τίποτα να κάνει, αλλά δεν αντέχει να αυνανίζεται μπροστά στην οθόνη. Μεγάλο ναρκωτικό η οθόνη, δεν μπορεί να σηκωθεί. Ανάβει κι άλλο τσιγάρο. Τίποτα κενό. Φαίνεται πως ο δαίμονας σοκαρίστηκε και τον παράτησε. Έπιασε το ποντίκι να προλάβει. Ήθελε να κλείσει το πρόγραμμα πριν πάρει απάντηση.</p>
<p align="justify">"Στείλε μου Νίκο, πεθύμησα το γλυκό καυλί σου...., ας το 'χω τουλάχιστο σε φωτογραφία"</p>
<p align="justify">Σοκ! Το ηλεκτρονικό τσογλάνι ήξερε το όνομά του. Έκλεισε το πρόγραμμα, σχεδόν βίαια, τράβηξε τον υπολογιστή από την πρίζα. Όλα σκοτείνιασαν. Άκουγε την ανάσα του και έβλεπε την καύτρα να καίγεται. Κάποιος εκεί έξω, στις ηλεκτρονικές θάλασσες τον ήξερε. Δεν είχε φίλους, είχε να κάνει chat χρόνια, είναι κλεισμένος στο κελί που υποτίθεται πως λέγεται σπίτι εδώ και καιρό, κι όμως κάποιος τον ξέρει και μάλιστα...έχει δει και το καυλί του.</p>
<p align="justify">"Κακόγουστη φάρσα, τυχαία βρήκε το όνομά μου" σκέφτηκε. "Άλλωστε δεν έχω και το πιο ασυνήθιστο όνομα του κόσμου." Παρηγορήθηκε μ' αυτή τη σκέψη, αν και βαθιά στο πίσω μέρος του σαλεμένου μυαλού του βρήκε καταφύγιο μια αδιόρατη ανησυχία.<br />
Σηκώθηκε και ξαναβγήκε στο μπαλκόνι. Ήθελε αέρα, έστω και ομιχλώδη. Η αχλή είχε πυκνώσει, ένας γαλακτώδης τοίχος υψωνόταν πέρα από τα κάγκελα. Τρίτο τσιγάρο. Η νικοτίνη δεν έκανε δουλειά... Ο νους του έτρεχε στα παρθυράκια του chat. "...το γλυκό καυλί σου..."</p>
<p align="justify">(Συνεχίζεται)</p>
]]></content:encoded>
</item>

</channel>
</rss>
